“This is radio nowhere. Is there anybody alive out there?” μου τραγουδά ο Bruce Springsteen δυνατά στο mp3 μου.
Ώρα 10.30 π. μ. Αγγλίας. Είμαι στο αεροδρόμιο του Heathrow στο Λονδίνο και περιμένω υπομονετικά τη βαλίτσα μου, αφού έχω περάσει πρώτα τον έλεγχο διαβατηρίων στον οποίο ο υπάλληλος μου την είπε γιατί είχα καινούρια ταυτότητα και όχι κανονικό διαβατήριο, καθ’ ότι “These papers are a piece of trash” , και ύστερα από κάτι περίεργους τύπους που κρατούσαν με περηφάνια όπλα τύπου καλάσνικοφ. Με το που τους είδα και άκουσα δυο μικρά παιδάκια να βάζουν τα κλάματα κοιτάζοντας τους, ήθελα να φωνάξω “Ήρεμα! Ήρεμα! Δεν είμαι τρομοκράτης! Είμαι το θύμα μιας αγάπης”.
Μπροστά μου ένα group shaolin μοναχών βολτάρουν πάνω κάτω, φορώντας τις πορτοκαλο – κίτρινες στολές τους, συνδυασμένες αρμονικά με αθλητικά παπούτσια adidas. Ένας υπάλληλος της ασφάλειας του αεροδρομίου με μαύρο τουρμπάνι, ελέγχει το χώρο. Μια γυναίκα ινδικής καταγωγής και αυτή σφουγγαρίζει με αργό ρυθμό το δάπεδο.
Οι Έλληνες ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα, έχουν έτοιμο το τσιγάρο στο στόμα και περιμένουν τις αποσκευές παίζοντας νευρικά με τον αναπτήρα. Ταυτόχρονα κοιτάζουν με απελπισία την τεράστια πινακίδα “No Smoking” και μπορείς εύκολα να μαντέψεις ότι το μόνο πράγμα στο μυαλό τους αυτή τη στιγμή είναι η ώρα που θα ξεχαρμανιάσουν μετά την τετράωρη πτήση από Αθήνα.
“I want a million different voices speaking in tongues” συνεχίζει ο “ Boss”… και εγώ αναρωτιέμαι τη στιγμή που βγαίνω έξω στο δρόμο, κόσμος πάει έρχεται, βιάζεται, σπρώχνει λέγοντας ένα “sorry” συνήθως σε σπαστά αγγλικά, που δεν έχει καμία σημασία, πως μπορεί όλοι, ανάμεσα σε χιλιάδες φωνές, σε μια πόλη έντεκα εκατομμυρίων ψυχών να δείχνουν τόσο μόνοι;
Το μετρό είναι ασφυκτικά γεμάτο. Όρθιοι, καθιστοί με μια εφημερίδα στο χέρι, ασχολούνται μόνο με το κομμάτι χαρτί που έχουν στα χέρια τους λες και κανείς άλλος δεν υπάρχει γύρω. Αρχίζω να πιστεύω ότι ακόμα και αν κάποιος αρχίσει να φωνάζει μες στη μέση, κανείς απολύτως δεν θα γυρίσει το κεφάλι του να δει τι συμβαίνει.
Μετά το ξενοδοχείο, αποφάσισα να πάω μια βόλτα στο κέντρο. Σαν γνήσια Ελληνίδα και εγώ θα μπορώ μετά από λίγες μέρες να λέω με αέρα ευρωπαϊκό «Και προχτές, εκεί που περπάταγα στην Oxford Street…»! Άνθρωποι κάθε εθνικότητας περπατούν στο δρόμο, Ινδοί, Πακιστανοί, Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Αφρικανοί, Κύπριοι. Το πιο δύσκολο φαίνεται να είναι το να εντοπίσει κανείς Άγγλους.
Οι ονομασίες των δρόμων είναι το μόνο πράγμα που μου επιβεβαιώνει ότι βρίσκομαι στην πρωτεύουσα της Αγγλίας. Κοντοστέκομαι μπροστά στα μαγαζιά με σουβενίρ δίπλα στη Marble Arch που θυμίζουν Πακιστανικό Γκέτο, καθώς τα «δουλεύουν» αποκλειστικά Πακιστανοί.
Μία από τις λίγες έφηβες Αγγλίδες, έρχεται μπροστά μου και ζητά μια λίρα για να αγοράσει φαγητό για το παιδί της, όπως λέει.
«This melancholy London – I sometimes imagine that the souls of the lost are compelled to walk through its streets perpetually. One feels them passing like a whiff of air», έγραφε ο Ιρλανδός ποιητής Willian B. Yeats σε ένα γράμμα του, περίπου ενάμισι αιώνα πριν, αίσθηση που κυριαρχεί μέχρι σήμερα.

Ώρα 10.30 π. μ. Αγγλίας. Είμαι στο αεροδρόμιο του Heathrow στο Λονδίνο και περιμένω υπομονετικά τη βαλίτσα μου, αφού έχω περάσει πρώτα τον έλεγχο διαβατηρίων στον οποίο ο υπάλληλος μου την είπε γιατί είχα καινούρια ταυτότητα και όχι κανονικό διαβατήριο, καθ’ ότι “These papers are a piece of trash” , και ύστερα από κάτι περίεργους τύπους που κρατούσαν με περηφάνια όπλα τύπου καλάσνικοφ. Με το που τους είδα και άκουσα δυο μικρά παιδάκια να βάζουν τα κλάματα κοιτάζοντας τους, ήθελα να φωνάξω “Ήρεμα! Ήρεμα! Δεν είμαι τρομοκράτης! Είμαι το θύμα μιας αγάπης”.
Μπροστά μου ένα group shaolin μοναχών βολτάρουν πάνω κάτω, φορώντας τις πορτοκαλο – κίτρινες στολές τους, συνδυασμένες αρμονικά με αθλητικά παπούτσια adidas. Ένας υπάλληλος της ασφάλειας του αεροδρομίου με μαύρο τουρμπάνι, ελέγχει το χώρο. Μια γυναίκα ινδικής καταγωγής και αυτή σφουγγαρίζει με αργό ρυθμό το δάπεδο.
Οι Έλληνες ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα, έχουν έτοιμο το τσιγάρο στο στόμα και περιμένουν τις αποσκευές παίζοντας νευρικά με τον αναπτήρα. Ταυτόχρονα κοιτάζουν με απελπισία την τεράστια πινακίδα “No Smoking” και μπορείς εύκολα να μαντέψεις ότι το μόνο πράγμα στο μυαλό τους αυτή τη στιγμή είναι η ώρα που θα ξεχαρμανιάσουν μετά την τετράωρη πτήση από Αθήνα.
“I want a million different voices speaking in tongues” συνεχίζει ο “ Boss”… και εγώ αναρωτιέμαι τη στιγμή που βγαίνω έξω στο δρόμο, κόσμος πάει έρχεται, βιάζεται, σπρώχνει λέγοντας ένα “sorry” συνήθως σε σπαστά αγγλικά, που δεν έχει καμία σημασία, πως μπορεί όλοι, ανάμεσα σε χιλιάδες φωνές, σε μια πόλη έντεκα εκατομμυρίων ψυχών να δείχνουν τόσο μόνοι;
Το μετρό είναι ασφυκτικά γεμάτο. Όρθιοι, καθιστοί με μια εφημερίδα στο χέρι, ασχολούνται μόνο με το κομμάτι χαρτί που έχουν στα χέρια τους λες και κανείς άλλος δεν υπάρχει γύρω. Αρχίζω να πιστεύω ότι ακόμα και αν κάποιος αρχίσει να φωνάζει μες στη μέση, κανείς απολύτως δεν θα γυρίσει το κεφάλι του να δει τι συμβαίνει.

Μετά το ξενοδοχείο, αποφάσισα να πάω μια βόλτα στο κέντρο. Σαν γνήσια Ελληνίδα και εγώ θα μπορώ μετά από λίγες μέρες να λέω με αέρα ευρωπαϊκό «Και προχτές, εκεί που περπάταγα στην Oxford Street…»! Άνθρωποι κάθε εθνικότητας περπατούν στο δρόμο, Ινδοί, Πακιστανοί, Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Αφρικανοί, Κύπριοι. Το πιο δύσκολο φαίνεται να είναι το να εντοπίσει κανείς Άγγλους.
Οι ονομασίες των δρόμων είναι το μόνο πράγμα που μου επιβεβαιώνει ότι βρίσκομαι στην πρωτεύουσα της Αγγλίας. Κοντοστέκομαι μπροστά στα μαγαζιά με σουβενίρ δίπλα στη Marble Arch που θυμίζουν Πακιστανικό Γκέτο, καθώς τα «δουλεύουν» αποκλειστικά Πακιστανοί.
Μία από τις λίγες έφηβες Αγγλίδες, έρχεται μπροστά μου και ζητά μια λίρα για να αγοράσει φαγητό για το παιδί της, όπως λέει.
«This melancholy London – I sometimes imagine that the souls of the lost are compelled to walk through its streets perpetually. One feels them passing like a whiff of air», έγραφε ο Ιρλανδός ποιητής Willian B. Yeats σε ένα γράμμα του, περίπου ενάμισι αιώνα πριν, αίσθηση που κυριαρχεί μέχρι σήμερα.

Στο “Κολωνάκι”, του Λονδίνου η εικόνα είναι διαφορετική. Μια Ferrari και μια Corvette είναι παρκαρισμένες απ’ έξω από τα Harrods. Όσοι διαθέτουν φωτογραφική ποζάρουν με χάρη δίπλα από τα πανάκριβα οχήματα. Ενώ οι υπόλοιποι αρκούνται στο να τα χαζεύουν. Άλλοι, θαυμάζουν τις πραγματικά εντυπωσιακές βιτρίνες, που συνδυάζουν αρμονικά ελληνικό και αιγυπτιακό πνεύμα.
Η διάθεση μου χαλάει με το που μπαίνω ξανά στο μετρό. Οι σιδερένιες μπάρες του ελέγχου εισιτηρίων, που ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα μου προκαλούν πονοκέφαλο. Το “sorry” κάποιου που με έσπρωξε με δύναμη προς τον τοίχο την ώρα που προσπαθούσα να καταλάβω ποια γραμμή πρέπει να πάρω, δεν με κάνει σε καμία περίπτωση να νιώσω καλύτερα.
23.30 μ.μ. Επιτέλους βρίσκομαι στο δωμάτιο μου, στο κυριλέ μπορεί να πει κανείς ξενοδοχείο, κοντά στη Lancaster Gate. Την ώρα που προσπαθώ να ηρεμήσω αρχίζει να χτυπά συναγερμός πυρκαγιάς. Πανικόβλητοι όλοι φορώντας πυτζάμες βγαίνουμε στο δρόμο. Ένας πελάτης του ξενοδοχείου στέκεται στάζοντας με την πετσέτα του μπάνιου τυλιγμένη γύρω από τη μέση του στην πίσω πόρτα τρέμοντας από το κρύο. Οι υπάλληλοι μας μοιράζουν ασημένιες κάπες για την προστασία μας! Μετά από ένα μισάωρο ορθοστασίας μας ανακοινώνουν ότι επρόκειτο απλά για μια άσκηση πυρός …
Ελλάδα – Αγγλία 1-0!
23.30 μ.μ. Επιτέλους βρίσκομαι στο δωμάτιο μου, στο κυριλέ μπορεί να πει κανείς ξενοδοχείο, κοντά στη Lancaster Gate. Την ώρα που προσπαθώ να ηρεμήσω αρχίζει να χτυπά συναγερμός πυρκαγιάς. Πανικόβλητοι όλοι φορώντας πυτζάμες βγαίνουμε στο δρόμο. Ένας πελάτης του ξενοδοχείου στέκεται στάζοντας με την πετσέτα του μπάνιου τυλιγμένη γύρω από τη μέση του στην πίσω πόρτα τρέμοντας από το κρύο. Οι υπάλληλοι μας μοιράζουν ασημένιες κάπες για την προστασία μας! Μετά από ένα μισάωρο ορθοστασίας μας ανακοινώνουν ότι επρόκειτο απλά για μια άσκηση πυρός …
Ελλάδα – Αγγλία 1-0!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου